Ξεκινάμε κάπου στις αρχές της δεκαετίας του 70. Ένα χρυσό Simca αφήνει πίσω του το Λευκό Πύργο, την Εγνατία, το Θερμαϊκό και όλες τις άσχημες αναμνήσεις των τελευταίων δύο χρόνων.
Οδηγεί μια νέα γυναίκα, η μητέρα μου. Στο μπροστινό κάθισμα η αδελφή μου στο πίσω εγώ, μόλις τεσσάρων ετών. Προορισμός μας η Αθήνα, η πρωτεύουσα που υποσχόταν καινούργια ζωή με πολλές ελπίδες.
Τότε ήταν και το ξύπνημά μου, η πρώτη μου ανάμνηση. Οι στροφές, τα Τέμπη, η στάση στο Σούστα για σουβλάκι και ανάσα και η σιγανή μουρμούρα του ραδιοφώνου με ομιλίες και μουσική.
'Ενα γλυκό νανούρισμα που μ'έφερε ύπνο, για να ξυπνήσω, μια και καλή, όταν φτάσαμε στον προορισμό μας.
Το σπίτι μας, στην πολύ "trendy" τότε περιοχή, Φωκίωνος Νέγρη. Μια τεράστια σιδερένια πόρτα με φερ φορζέ και διαμέρισμα στον πρώτο όροφο με βεράντα στην Αγίας Ζώνης.
Απέναντι το φαρμακείο, που λίγα χρόνια μετά θα γινόταν διάσημο, καθώς εκεί εργαζόταν νεαρή, πληθωρική ξανθιά, μέλλουσα αεροσυνοδός, μέλλουσα γυναίκα πρωθυπουργού και πέτρα του σκανδάλου!
Πρώτη μας δουλειά, να γραφτεί η αδελφή μου στο σχολείο κι εγώ στο νηπιαγωγείο. Τα παράθυρα του νηπιαγωγείου είχαν ζωγραφισμένη τη Χιονάτη και τους επτά νάνους. Η δασκάλα ήταν πολύ καλή, αλλά βέβαια όχι και τόσο καλή όσο η μαμά μου, γι'αυτό δεύτερη μέρα δεν πήγα!
Έτσι, μέσα στο σπίτι, αγκαλιά με το Φασόλα μου, που τον έχω ακόμη, άρχισα ν'ακούω υπέροχους ήχους να βγαίνουν από ένα μικρό τετράγωνο κουτί.
Ο Sinatra, o Nat King Cole, οι Platters, αλλά και οι Beatles, o Τchaikovsky, ο Beethoven έκαναν τη μικρή καρδιά μου να πετάει κάθε φορά. Δεν υπήρχε τίποτε ωραιότερο από αυτό το άκουσμα.
Σ'ένα 45άρι που έπαιζε στο πικάπ η μαμά μου πάρα πολύ, είχα ακούσει και αυτό το τραγούδι και το λάτρευα, γιατί τότε νόμιζα ότι "αυτή η κυρία έχει την ίδια φωνή με τη μαμά μου".
Ο χορός και η μουσική μπήκαν μέσα μου και όλα τα άλλα γύρω μου δεν υπήρχαν. Είχα μάθει πως να παίζω το πικάπ και έβγαζα τον ένα δίσκο κι έβαζα τον άλλον. Πιο πολύ ξένη μουσική, η ελληνική μουσική ακουγόταν ελάχιστα στο σπίτι μας. Είχαμε 45άρια με το Δελφίνι Δελφινάκι και το Νά'τανε το 21, αλλά μάλλον αυτά ήταν μόνο. Βεβαίως υπήρχαν και δύο μεγάλοι δίσκοι του Διονύση Σαββόπουλου, Ο Μπάλλος και τα 10 Χρόνια Κομμάτια, κι όταν έμαθα ότι ήταν θείος μου χάρηκα πάρα πολύ!
Κάθε Κυριακή μπαίναμε στο αυτοκίνητο της μαμάς και πηγαίναμε μια μεγάλη μακρινή εκδρομή (στα Σπάτα!) για να επισκεφτούμε το "κτήμα" ενός φίλου μας που είχε πολλά σκυλιά, μεγάλο κήπο με πισίνα το καλοκαίρι και ζεστό σπίτι με όλα τα τζάκια αναμένα το χειμώνα. Όταν θυμάμαι το κτήμα θυμάμαι τη μυρωδιά του ψημένου αρνιού, στον εξωτερικό πέτρινο φούρνο, την κυρία Ευδοκία που μας φρόντιζε κάθε φορά και (πάλι) τη μουσική που με μεγάλα ηχεία έφτανε σε κάθε άκρη του κτήματος.
Ήταν δεκαετία του 70, δικτατορία, και φυσικά Θεοδωράκης ήταν απαγορευμένος παντού. Αλλά σ'εκείνη τη γωνιά της γης που γύρω γύρω δεν υπήρχε τίποτε άλλο εκτός από δέντρα, λόφοι και κανείς άλλος στα 2000 μέτρα, ο Μίκης και ο Pablo Neruda έπαιζαν στη διαπασών για να μπουν για καλά στην καρδιά μου και στην ψυχή μου.
No comments:
Post a Comment